logo

fb youtube rss

Σύνδεση


Βιβλική σάτιρα!!! O Νώε και ο Κατακλυσμός του…

http://wilma-tote-twra.blogspot.com/2009/02/blog-post.html

Ο Νώε πρέπει να ήταν μεγάλο βύσμα. Πρώτα από όλα έζησε τουλάχιστον 900 χρόνια. Μια πιθανή εξήγηση να είναι, επειδή έγραφε τη «Λάμψη» της εποχής («Βροντή» λεγόταν το σχετικό σήριαλ), είχε ζητήσει από το Μεγάλο να μην πεθάνει μέχρι να τελειώσει το σήριαλ. Όμως, δεν σταματούσε να γράφει, κι ο Μεγάλος που είναι και πρακτικός τύπος, έπνιξε όλη την ανθρωπότητα, οπότε μετά, το σήριαλ σταμάτησε λόγω μειωμένης τηλεθέασης.
Βέβαια, επειδή όπως είπαμε ο Νώε είχε το βύσμα του, ήταν ο μόνος που γλύτωσε μαζί με την οικογένειά του από τον κατακλυσμό.
Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Η σκούφια του Νώε κρατά από τον Μαθουσάλα (αμ έτσι πες μας και μετράμε χιλιετηρίδες). Είχε 3 γιούς τον Σήμ (από τον οποίο πήρε και το όνομά της η κάρτα SIM ), τον Χάμ (από τον οποίο πήρε το όνομά της η πίτσα Ham Special) και τον Ιάφεθ (αυτός δεν πρόκοψε όπως οι άλλοι δύο).
Τα παιδιά τα απέκτησε στην απίστευτη ηλικία των 500 ετών. (ήθελε να γλεντήσει τη ζωή του πρώτα ο άνθρωπος). Τελικά οι αρχαίοι ήταν πιο μοντέρνοι από εμάς που επειδή καβατζώσαμε τα 30+ λυσσάξαμε να κάνουμε παιδιά.
Ο Νώε όμως ήταν πρακτικός άνθρωπος. Όταν ο Μεγάλος του είπε να φτιάξει μια κιβωτό, ήταν, δεν ήταν 480 ετών (νιούδι). Οπότε σου λέει, προκειμένου να κάνω όλη τη βρωμοδουλειά μόνος μου, ας κάνω κανένα παιδί να με βοηθήσει. Άρχισε να κάνει παιδιά και υπέβαλε ταυτόχρονα πρόταση για την κατασκευή και επίβλεψη του έργου «Κιβωτός» που είχε προκυρηχθεί, με χρόνο ολοκλήρωσης 50 χρόνια, και προϋπολογισμό 10 εκατομμύρια €. Φυσικά, ως βυσματούχος πήρε το έργο.
Δυστυχώς, επειδή ο Άγγελος –Υπεχωδεφείμ δεν είχε προβλέψει να βάλει ρήτρες για την καλή τήρηση της συμφωνίας και την έγκαιρη παράδοση του έργου, η Κιβωτός ολοκληρώθηκε τελικώς σε 100 χρόνια και χρειάστηκαν άλλα 20 για τη συλλογή των ζώων. Ο Υπεχωδεφείμ ακόμη δουλεύει στην υπηρεσία Εφορίας Αρχαιοτήτων (πήρε και μετάταξη) σε ακριτικό νησί για να πληρώσει τις μη καταβληθείσες ρήτρες.

Βέβαια, επειδή ο Νώε είχε υπογράψει συμφωνητικό εμπιστευτικότητας (ναι αυτό το θυμήθηκαν να το φτιάξουν), όταν άρχισε να κατασκευάζει την κιβωτό τα βρήκε σκούρα. Πάει λοιπόν στον Υπεχωδεφείμ και του λέει:
-«Καλά είσαστε τελείως τζαζ εκεί πάνω?»
-«Γιατί?» φτερούγισε ταραγμένος ο άγγελος.
-«Μα είναι δυνατόν να φτιάξω το υπερωκεάνιο που μου ζητάτε και να μην πάρει κανείς χαμπάρι τι διάολο φτιάχνω?» απάντησε εκνευρισμένος ο ενάρετος νέος.
-«Εεεε μια στιγμή να ρωτήσω και θα σας πω» είπε ο Υπεχωδεφείμ και απογειώθηκε προς τα πάνω αφήνοντας πίσω του ένα σύννεφο από πούπουλα.
Μετά από δέκα λεπτά ξανακατέβηκε αναψοκοκκινισμένος.
«Ε ναι, κοιτάξτε να δείτε, ρώτησα τον Μεγάλο και με συμβούλευσε να πείτε ότι φτιάχνετε ένα σκάφος αναψυχής.»
«Σκάφος αναψυχής με τέσσερα καταστρώματα? Με δουλεύετε?» απάντησε, αγριεμένος τώρα, ο Νώε. «Ποιος θα την πιστέψει αυτή την παπαριά?»
«Ναι… να σας πω…, κι εγώ απόρησα, αλλά ο Μεγάλος μου είπε πρώτον να μην τον αμφισβητώ και δεύτερον να ζητήσετε από τη γυναίκα σας να το διαδώσει. Αυτή ξέρει!». Κι έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι για εκκρεμότητες και όλα από τα δικά του φτερά περνούν, αμάν πια με αυτή την κωλοθέση.

Ο Νώε αναστέναξε και πήγε στη γυναίκα του.
«Ρε συ γυναίκα μου, να σου πω» της είπε.
«Δεν έχω όνομα εγώ, για να με φωνάξεις?» του απαντά αυτή όλο ταπεινοφροσύνη.
«Όχι! Μέσα στις γραφές υπάρχει το είδος του ξύλου (γόφερ) που έφτιαξα την Κιβωτό αλλά το δικό σου όνομα γιοκ!».
«Ωραία τότε να πεις από το ξύλο Γόφερ να σου πλύνει τα σώβρακα! Άει σιχτίρ εδώ μέσα! Φαλλοκράτες!» απάντησε, πετώντας κάτω ένα μποξεράκι με τον γκούφη.
«Έλα δω βρε μανίτσα μου» άρχισε τις γαλιφιές ο άλλος. «Έλα δω, να σου πω τι θα σου φτιάξω, εγώ που σε έχω στα ώπα ώπα.»
«Τι?» ρώτησε όλο ελπίδα η σουφραζέτα της εποχής.
«Θα σου φτιάξω μια Κιβωτό!»
«Για τα κοσμήματα?»
«Ναι! Ε όχι! Τι? ποια κοσμήματα παιδί μου μη με μπερδεύεις!» Θα σου φτιάξω ένα γιοτ για να σε πάω βόλτα».
«Αχ αλήθεια?» ξελιγώθηκε η γυναίκα του Νώε.
«Εμ τι παραμύθια?» απάντησε ετοιμόλογα το χουφταλάκι. (πότε νέος πότε χουφταλάκι, σας έχω τρελάνει).
«Και μπορώ να το πω στις φίλες μου?»
«Αυτό ακριβώς! Ναι! θέλω να το πεις στις φίλες σου για να δουν τι άντρα πήρες!».

Από τη στιγμή εκείνη και μετά, κανείς δεν αναρωτήθηκε τι φτιάχνει ο Νώε. Εκτός του ότι είχαν καταχωλωθεί που έφτιαχνε γιοτ, φοβόντουσαν να ρωτήσουν για να μην τους πιάσει στην πολυλογία η γυναίκα του Νώε.
Έπεφταν λοιπόν τα πατώματα, (πως λέμε έριξε πλάκα? Καμία σχέση) τα παιδιά που είχαν εντωμεταξύ μεγαλώσει κάρφωναν, κάρφωναν και προκοπή δεν έβλεπαν.
«Ρε μπαμπά τι θα το κάνουμε τόσο μεγάλο καράβι?» ρώτησε μια μέρα ο Ιάφεθ.
«Τράβα ρώτα τη μάνα σου» του απαντά ο σεβάσμιος πατέρας του.
«Ε ναι, εντάξει, το έχω ακούσει το παραμύθι με το καράβι και τις αίθουσες χορού, για τις εκδηλώσεις της επετείου σας κλπ, αλλά και πάλι δεν το καταλαβαίνω» πείσμωσε ο Ιάφεθ.
«Με αυτές τις βλακείες που ρωτάς σε βλέπω να μη γίνεσαι τίποτε στη ζωή σου!» Απήντησε επικριτικά ο Νώε. «Άντε να καρφώσεις κανένα γόφερ»!
«Να βάλω καλύτερα ένα γούφερ να έχουμε και καλύτερη μουσική απόδοση» ειρωνεύτηκε ο θρασύς νέος.
Παρόλα αυτά, ο Νώε εντυπωσιάστηκε από την εφευρετικότητα της γυναίκας του. Κοίτα τι έλεγε η αθεόφοβη! Άκου αίθουσα χορού! «Ρε μπας και να της δώσω να γράφει κανένα επεισόδιο στη ‘Βροντή’?», αναρωτήθηκε.
Κάποια στιγμή, η Κιβωτός έφτασε πλέον στα παρκέ, οπότε ο Νώε φώναξε το γιο του τον Σημ και του είπε. «Δε μου λες, θυμάσαι που σου είχα πάρει από την εφημερίδα «Τα Νέα της Παλαιάς Διαθήκης» μια Εγκυκλοπαίδεια με ζώα?»
«Ποια από όλα εννοείς μπαμπά? Τα κανονικά ή τα ξαδέρφια μου?» ρώτησε ο μεγάλος Σημ.
«Δεν είπα το άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες! Ούτε αναφέρθηκα σε γαϊδούρια ξεσαμάρωτα! Είπα ζώα!-Το έχεις?» εκνευρίστηκε ο υπομονετικός Νώε.
«Μη συγχύζεσαι καλέ μου πατέρα! Θα πεθάνεις γρήγορα με αυτό το άγχος! Φυσικά και το έχω!» απήντησε ο στοργικός γιος.
«Ωραία! πάρε τα αδέρφια σου και ξαμοληθείτε να μαζέψετε ένα σετ (αρσενικό –θηλυκό) από όλα!*».
«Πλάκα Με κάνεις?» έμεινε ξερός ο Σημ (καταγωγή από Βόρεια Ελλάδα). «Τι θα τα κάνουμε τόσα ζώα?»
«Θα τα βάλουμε στην Κιβωτό»
«Η μαμά το ξέρει?» ανησύχησε ο μαμμόθρεφτος.
«Τι είπες ρε!» είπε ο Νώε, που είχε ρίζες κι από Κρήτη. «Θα μου πει εμένα η μάνα ΣΟΥ τι θα κάνω?»
«Δεν ξέρω τι θα σου πει η μάνα ΜΟΥ, αλλά ξέρω σίγουρα τι θα σου πει η γυναίκα ΣΟΥ!» απάντησε ετοιμόλογα ο Σημ.
«Ποιανού είναι το καράβι ρε!» άρχισε να ωρύεται ο Νώε.
Ο Σημ ξερόβηξε και ξεκίνησε:
«Κοίταξε να δεις. Η αλήθεια είναι ότι εσύ είχες την ιδέα, (αν έχεις κι άλλη τέτοια κράτα τη για τον εαυτό σου), εσύ κατέθεσες την πρόταση για την ανάληψη του έργου και σε εσένα έχει κατοχυρωθεί. Βέβαια, αν πάρετε διαζύγιο με τη γυναίκα ΣΟΥ, θα δικαιούται το μισό καθότι αποκτήθηκε μετά το γάμο. Επιπλέον, αν πεθάνεις βάσει της νόμιμης μοίρας τα παιδιά δικαιούνται το 75% της περιουσίας σου και φυσικά και του καραβιού…»
«Θα πάρετε ένα @ρ…»
«Νώε!» τον διέκοψε μια βροντερή φωνή από ψηλά. «Μην ξεστομίσεις αυτό που θες να πεις, διότι θα βρεθείς εκτός Κιβωτού».
«Τι ήταν αυτό?» απόρησε ο Σημ.
«Ο υποβολέας» ξεφύσηξε ο Νώε κι έφυγε τσαντισμένος. Έκανε δέκα βήματα και φώναξε: «Τσακίσου να πας να μαζέψεις τα ζώα! Τη μάνα σου θα την αναλάβω εγώ!»
Ο Σήμ σηκώθηκε, πήγε, ξέθαψε την εγκυκλοπαίδεια με τα ζώα, και φώναξε τα αδέρφια του.
«Ρε σεις! Ο σεβάσμιος πατέρας μας τα έχει παίξει! Θέλει να μαζέψουμε ένα σετ από όλα τα ζώα που είναι σε αυτούς τους δέκα τόμους και να τα βάλουμε στην Κιβωτό»
«Η μαμά το ξέρει?» ρώτησαν με μια φωνή τα άλλα δύο καλόπαιδα.
«Θα της το πει τώρα, οπότε το μεσημέρι καλύτερα να παραγγείλουμε delivery διότι δεν μας βλέπω να τρώμε» είπε στεναχωρημένα ο Σημ. «Κρίμα, διότι σήμερα είχε πει ότι θα έφτιαχνε παστίτσιο»
«Φτιάχνει και το manetarius παστίτσιο!» αναφώνησε ο Χαμ. «μπορούμε να παραγγείλουμε από εκεί!».
«Στο θέμα μας!» επανέφερε την τάξη ο μεγάλος αδελφός. «Λοιπόν έχουμε δέκα τόμους και είμαστε τρεις. Πως θα τα μοιράσουμε?» (μιλάμε για τζιμάνια).
«Απλό!» πετάχτηκε ο Ιάφεθ «Θα πάρουμε ο καθένας από τρεις και τον ένα τόμο που περισσεύει θα τον πετάξουμε!»
Έτσι αγαπητοί αναγνώστες λόγω της βαρεμάρας τριών αδελφών, εξαφανίστηκαν από προσώπου γης οι δεινόσαυροι! Επειδή πέταξαν τον ένα τόμο της μοναδικής εγκυκλοπαίδειας των ζώων. (σας έλυσα κι αυτή την κοσμογονική απορία).
Οι τρεις φερέλπιδες νέοι ξεχύθηκαν σε βουνά και λαγκάδια να μαζέψουν τα ζώα.
Φυσικά κι αυτή η διαδικασία πήρε το χρόνο της. (τα είκοσι χρόνια που σας έλεγα στην αρχή του επεισοδίου).
Όταν επέστρεψαν οι τρεις νέοι με ένα ορυμαγδό ζώων από πίσω τους συνοδεύονταν κι από 3 αιθέριες υπάρξεις.
«Τι είναι αυτές?» ρώτησε ο Νώε που γυάλισε το μάτι του μόλις είδε τις κοπελλλλίτσες.
«Ρε πατέρα, δεν είπες να φέρουμε σετ από όλα τα ζώα? Ε! φέραμε και για εμάς!» είπε ο Ιάφεθ.
«Ότι θα παραδεχόσασταν ότι είσαστε ζώα, δεν το περίμενα» σχολίασε ο Νώε.
Φυσικά μπορείτε να φανταστείτε ποιος έριξε μούτρα κι έπιασε φτυάρι. Η γυναίκα του Νώε. Η οποία παράτησε τον καημό της με τα ζώα που θα της χαλάσουν το παρκέ κι έπιασε το μοιρολόγι με τις γειτόνισσες ξεκινώντας έτσι ένα μίνι κατακλυσμό.
«Αχ που εγώ τα μοσχομεγάλωσα κι αυτά βρήκαν την πρώτη τυχούσα και την έφεραν να τη σπιτώσουν. Τίποτε δεν σεβάστηκαν. Το μόχθο να τα μεγαλώσω, τα ιδιαίτερα που πλήρωνα για να ξεστραβωθούν, τις ξένες γλώσσες, τα κολυμβητήρια! Αχαριστία!»

Αφού στούμπωσε και τα ζώα μέσα στο καράβι, ο Νώε είπε σε γυναίκες και παιδιά να φτιάξουν βαλίτσες διότι θα πάνε ένα ταξιδάκι. Οι νύφες ξετρελλάθηκαν από τη χαρά τους. Βρε τι κιμπάρης πεθερός ήταν αυτός! Ακόμη δεν πάτησαν το πόδι τους και τις πάει κρουαζιέρα. Βγήκαν λοιπόν με τις mastercard για να ψωνίσουν. Μάλιστα ο Νώε για να φανεί ακόμη πιο καλός, την ώρα που τις ξεπροβόδιζε τους είπε:
«Κορίτσια! Μη φοβηθείτε τα έξοδα! Δώστε του να καταλάβει! Τρία κορίτσια σας έχω!» διότι φυσικά, ποιος πνιγμένος θα του ζητούσε να πληρώσει τις κάρτες?

Μάζευαν λοιπόν κορίτσια κι αγόρια τα συμπράγκαλά τους, μούτρωνε η κυρία Νώε και ο πατριάρχης που είχε και χιούμορ πέταγε διάφορα έξυπνα του τύπου :
«Πω πω μαύρος είναι ο ουρανός, γυναίκα να μαζέψεις τα ρούχα» ή
«Καρεκλοπόδαρα θα ρίξει πάλι»
«Αχ δεν με ακούτε κι εμένα το γέρο που τα ξέρω αυτά, αλλά μετά θα βρέχει και θα γελάω».
Φυσικά, για να βοηθήσει κανένα συνάνθρωπο ή γείτονα ούτε λόγος. (Γενικά όλοι αυτοί οι ενάρετοι τύποι της παλαιάς διαθήκης, πρέπει να ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι κοινωνικά: πάντοτε έσωζαν την οικογένειά τους και κανέναν άλλο).

Έτσι όλο γέλιο και χαρά σάλπαρε το καράβι. Για επτά ημέρες αρμένιζαν χαρούμενοι τραγουδώντας:
«Μες σ’αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή»
«Ήταν ένα μικρό καράβι»
«Καραβάκι μου ξεκίνα πάμε πάλι στην Αθήνα»
Και άλλα χαρωπά! Ο Ιάφεθ που ήταν λίγο ξυνός (εδώ ήθελα να βάλω κανένα Link αλλά αποφάσισα πως ΟΧΙ!) είχε χώσει στα αυτιά του τα ακουστικά του ipod κι άκουγε Στανίση.
Και μετά άνοιξαν οι ουρανοί!
Παραθέτουμε αυτούσιες πληροφορίες από πηγές της εποχής:
Και ύστερα από επτά ημέρες, τα νερά τού κατακλυσμού έπεσαν επάνω στη γη.
Και έγινε ραγδαία βροχή επάνω στη γη για 40 ημέρες και 40 νύχτες. (Πετρούλα να δω τι θα έλεγες!)
Και ο κατακλυσμός έγινε για 40 ημέρες επάνω στη γη και τα νερά πλήθυναν, και σήκωσαν την κιβωτό, και σηκώθηκε ψηλά από τη γη.
[…]
15 πήχες πιο ψηλά υψώθηκαν τα νερά, και σκεπάστηκαν τα βουνά. (Πόσο είναι ο πήχυς -νεοελ. Πήχης)? Είναι ψηλά τώρα αυτό?
Και πέθανε κάθε κινούμενη σάρκα επάνω στη γη, από τα πουλιά, και από τα κτήνη, και από τα ζώα, και από όλα τα ερπετά που σέρνονται επάνω στη γη, και κάθε άνθρωπος.
[…]
Και δυνάμωναν τα νερά επάνω στη γη για 150 ημέρες.
ΚΑΙ ο Θεός θυμήθηκε (????? Δείτε σχόλιο με το που τελειώνει η φράση) τον Νώε, και όλα τα ζώα, και όλα τα κτήνη, που ήσαν μαζί του μέσα στην κιβωτό και ο Θεός έστειλε άνεμο επάνω στη γη, και στάθηκαν τα νερά.
Πιο συγκεκριμένα ρώτησε: Μπορείτε να μου πείτε ποιες βρύσες τρέχουν τόσες μέρες? Μου έχουν πάρει τα αυτιά!
Αμάν! Πετάχτηκε ο άγγελος Κατακλυσμεφείμ. «Ξέχασα τον Κατακλυσμό!»
ΤΟΝ ΞΕΧΑΣΕΣ???? Και τρέχουν τα νέρα τόσες ημέρες? έγινε έξαλλος ο Μεγάλος. Όταν έρθει η ΕΥΔΑΠ θα την πληρώσεις ΕΣΥ!
Ο Κατακλυσμεφείμ δεν χρειάστηκε να ακούσει τίποτε άλλο. Μάζεψε τα μπογαλάκια του και πήγε να βρει τον Υπεχωδεφείμ. (τουλάχιστον είχαν παρέα ο ένας τον άλλο).

Έτσι λοιπόν σταμάτησε να τρέχει το νερό κι έληξε ο Κατακλυσμός. Τώρα βέβαια, επειδή το σύστημα αποχέτευσης ήταν άριστο, έπρεπε να περιμένουν κάτι μέρες να κατέβουν τα νερά. Μέσα στην Κιβωτό είχαν γίνει πλέον μαλλί με μαλλί διότι ε! άντε να πας μια εβδομάδα διακοπές με τα πεθερικά. Άντε να γίνουν και δέκα μέρες. Φαντάζεστε τώρα όλους αυτούς κλεισμένους στο κουτί για 190 ημέρες τουλάχιστον? Βάλε και τα ζώα, κόντεψαν να σφαχτούν και να μην κατέβει κανείς σώος από την Κιβωτό.
Εκεί λοιπόν που περίμεναν, λέει ο Νώε:
-«Παιδιά σήμερα θα στείλω ένα κοράκι να μας πει νεότερα».
-«Και γιατί να πάω εγώ?» αποκρίθηκε το κοράκι.
-«Αμ ποιος να πάει?» ρώτησε ο Σημ που αμέσως μπήκε στο παιχνίδι
-«Να πάει η χήνα» απάντησε το πτηνό.
-«Ρε σκατόπουλο δε φτάνει που σε περιμάζεψα, που τώρα θα μέτραγες 20 χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα, μου αντιμιλάς κιόλας?» τα πήρε κράνος ο Νώε.
-«Καλά θα πάω» συναίνεσε το κοράκι «αλλά τι είναι οι 20.0000 Λεύγες?»
-«Μυθιστόρημα του Ιουλίου Βέρν! Τσακίσου τώρα!» ούρλιαξε απηυδυσμένος ο Νώε.
Πήγε κι ήρθε το κοράκι και τους είπε ότι δεν υπήρχε κολυμπηθρόξυλο όρθιο. Τα δε νερά είχαν καλύψει τα πάντα, οπότε καλύτερα να κάτσουν εδώ μέσα, διότι άμα βγουν έξω θα βραχούν. «Ή άμα θέτε παίρνουμε το μικρό βαρκάκι που κρέμεται από πίσω από την Κιβωτό, για να πάμε καμιά βόλτα» συμπλήρωσε τινάζοντας τα φτερά του.
-«Άει σιχτίρ ! είσαι γκαντέμης!» σχολίασε ο Νώε. «Να πας να μαυρίσεις με τα νέα που μου είπες!» Και το κοράκι μαύρισε. (εδώ που τα λέμε δεν είναι και πολύ δίκαιο αυτό. Για να μην επαναληφθούν τέτοιες αδικίες στο μέλλον, καθιερώθηκε η φράση «Don’t shoot the messenger». Έτσι αποκαταστάθηκε η δικαιοσύνη κι η τάξη).

Μετά από μερικές ημέρες ο Νώε έστειλε ένα περιστέρι. Το περιστέρι βγήκε με τρόμο έξω, διότι σου λέει αν τα νερά δεν έχουν κατέβει με βλέπω και μένα Μαυρογυαλούρο!. Ευτυχώς όμως, είχαν αρχίσει να περνούν τα συνεργεία της πυροσβεστικής κι είχαν αντλήσει μεγάλο μέρος των νερών. Οπότε το περιστεράκι βρήκε ένα κλαδί από ελιά και το πήγε στο Νώε. Ο Νώε το πόσο το χάρηκε δε λέγεται!
Από τη χαρά του μάλιστα του είπε: Εσύ με τα νέα που μου έφερες θα είσαι από εδώ κι εμπρός το αιώνιο σύμβολο της ειρήνης!
«Τώρα αυτό καλό είναι?» αναρωτήθηκε το περίστέρι. «Αφού δεν έχουμε ποτέ ειρήνη! Ούτε ζωγραφιστό δεν θα με βλέπουν!»
«Α! μα με έχετε πρήξει! Μήπως θέλεις να γίνει γεμιστό στο φούρνο, για να ηρεμήσεις?» άρχισε να τρέμει ο γεράκος.
«Βλέπω λίγο οξυμμένα τα πνεύματα» τους διέκοψε ο Χαμ «και δεν με βοηθάτε διότι προσπαθώ να παρκάρω την Κιβωτό στο Αραράτ».
«Πού?» ούρλιαξε ξανά ο Νώε
«Εεεεπ, ίσωσε, ίσωσε, έεεετσι, κόψε λίγο τον κώλο, φέρτο τώρα λίγο δεξιά, εντάξει καλός είσαι» ακούστηκε ο Ιάφεθ που έδινε οδηγίες παρκαρίσματος στον Χαμ.
Ένα μεγάλο ζμπουμ! ακούστηκε και η Κιβωτός προσάραξε στην κορυφή του βουνού.
«Βρε κόπανοι γιατί παρκάρατε το καράβι πάνω στο βουνό?» κόντεψε να πάθει αποπληξία ο Νώε.
«Μα επειδή βρήκαμε στεριά» απάντησε χαρούμενος ο Χαμ.
«Ωραία! Να δω τώρα πως θα κατεβάσουμε τα ζώα από εδώ μέσα!» τράβαγε τα μαλλιά του ο γενάρχης (ούτε ξέρω τι ήταν γενάρχης, πατριάρχης, αρχιμανδρίτης αλλά τέλος πάντων, τόσα πράγματα σας έχω πει).
«Μα δεν υπάρχει πρόβλημα!» απάντησε το σαϊνι ο Χαμ.
«Πάρε το 11880 για να μας στείλουν ένα γερανό!».

.......................................

Αποκτήστε τα βιβλία του Μ. Καλόπουλου επί αντικαταβολή στο τηλ: 2310/770100
Γνώμη αναγνώστου: «Μια απολαυστική ξενάγηση στα στημένα "θαύματα" των μεγάλων προφητών της Βίβλου, που  θα σας ενθουσιάσει με την απομυθοποιητική της σαφήνεια. Μια πρωτότυπη μελέτη που θα αποτελέσει σταθμό στις αναζητήσεις σας». A.M.