logo

fb youtube rss

Σύνδεση

Φιλοσοφία

Είναι προτιμότερο ν’ αφήσουμε αναπάντητα μερικά ερωτήματα παρά να παραβιάσουμε τους κανόνες για την αναζήτηση της αλήθειας. Jean Hamburger

Το «ίσως» (πιθανόν ναι — πιθανόν όχι), μια μικρή δισύλλαβη λέξη, είναι το αλάτι της φιλοσοφίας. Δεν λείπει, δεν μπορεί να λείψει από οποιοδήποτε παρασκεύασμά της· χωρίς αυτό οι προτάσεις του φιλοσοφικού λόγου όχι οι αναλυτικές ή «ταυτολογικές», όπως τις ονομάζουν οι ειδικοί, άλλα οι συνθετικές, οι «πραγματολογικές» — είναι καταδικασμένες στην ανεπανόρθωτη φθορά. Επομένως, ως βρώσιμη ύλη, είναι επικίνδυνες για την πνευματική μας υγεία.

Την αρχή αυτή, θεμελιώδη κανόνα ή αξίωμα του κριτικού στοχασμού, τη λησμονούν (ή όταν τη θυμούνται, την περιφρονούν) οι άνθρωποι που από αφέλεια ή μωρία είναι «βέβαιοι» για όλα. Οι δογματικοί.

Τους αναγνωρίζετε αμέσως από την ευκολία με την οποία αποφαίνονται για κάθε ζήτημα (είτε επιστημονικό θέμα είναι είτε πρόβλημα ηθικό) και από την επιμονή τους να μη δέχονται ή να μη προσέχουν τις αντιρρήσεις σας. Μιλούν ανεπιφύλακτα, και είναι αμετακίνητοι στη γραμμή που έχουν χαράξει. «Αυτή είναι η ορθή λύση ! ’Άλλη δεν υπάρχει» — «Δύο και δύο κάνουν τέσσερα»…

Από την ομοταξία τους στρατολογούνται οι φανατικοί και οι αδιάλλακτοι που καταδυναστεύουν τις φιλικές συντροφιές, τις πολιτικές παρατάξεις, κάποτε χώρες ολόκληρες. Η κριτική, ο αντίλογος, η βάσανος της «απόδειξης» είναι ο μεγάλος τους εχθρός. Τον φοβούνται όπως ο διάβολος το λιβάνι, και τον αποφεύγουν. Όταν υποχρεωθούν να τον αντιμετωπίσουν, ρίχνονται απάνω του σαν τα φοβητσιάρικα σκυλιά και δαγκώνουν: ο διαφωνών, ακόμη και στις λεπτομέρειες του πιστεύω τους, είναι ματαιόσπουδος σοφιστής ή αμφισβητησίας κακόπιστος. Εκείνοι μόνο κατέχουν την «αλήθεια». Και το δικαίωμα να την υπερασπίζουν απέναντι σε όσους αρνούνται να την προσκυνήσουν.

Επειδή η δράση γεννάει την αντίδραση, αδιάλλακτοι γίνονται κάποτε και οι αντίπαλοι του δογματισμού. Ύποπτη τους φαίνεται κάθε ρητή και ανεπιφύλακτη βεβαιότητα, και όσο απλοϊκότητα προβάλλεται τόσο περισσότερο προκαλεί τη δυσπιστία τους. Γνωρίζουν από οδυνηρή προσωπική πείρα ότι ο κόσμος κρύβει ζηλότυπα τα μεγάλα μυστικά του, ότι η ζωή είναι ανεξάντλητη στις παγίδες πού στήνει στους επίδοξους κατακτητές του νοήματος της, και κατά κανόνα αμφιβάλλουν αν όχι για την εντιμότητα, ορισμένους για τη φρόνηση εκείνων πού δεν αξιώθηκαν να γνωρίσουν και να τιμήσουν την «αμφιβολία». Τους θεωρούν το λιγότερο ανώριμους για επιστημονική σκέψη και προπάντων ακατάλληλους για σοβαρή συζήτηση.

Μια από τις ακριβές αναμνήσεις των φοιτητικών μου χρόνων είναι η εικόνα ενός ηλικιωμένου πανεπιστημιακού δασκάλου που αρνιόταν επίμονα να υιοθετήσει τη διδακτορική διατριβή ενός .ατυχή συναδέλφου μου, επειδή τον έβρισκε πολύ «ήσυχο», εντελώς «βέβαιο» για τις ιδέες του.

—Εκατό τόσες δακτυλογραφημένες σελίδες, έλεγε με οργή ο καθηγητής σε όσους τον παρακαλούσαν να ενδώσει από επιείκεια- και δεν υπάρχει πουθενά ένα «ίσως». Αυτός δεν κάνει για τη φιλοσοφία. Ας διαλέξει άλλο κλάδο…

Το ίδιο αίσθημα εκφράζει κ’ ένας διαπρεπής σύγχρονός μας στοχαστής και πολιτικός, ο Roger Garaiidy, όταν με ευγένεια αλλά αποφασιστικά δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να έχει στον κύκλο των αναγνωστών του ανθρώπους που δεν «αμφέβαλαν» ποτέ σε όσα πιστεύουν. Κλείνοντας τον πρόλογο του πρόσφατου βιβλίου του «L’Alternative» (Paris — Laffont 1972) γράφει: «Όποιος δεν δέχεται να θέσει υπό έλεγχο τις δικές του βεβαιότητες ας ξανακλείσει από τώρα τούτο το βιβλίο- δεν είναι γραμμένο γι’ αυτόν».

Χρειάζονται όμως κάποιες διευκρινίσεις, για να δοθεί στο «ίσως» της φιλοσοφίας το νόημα και ή άξια που του ανήκει. Δεν είναι πάντοτε και οπωσδήποτε νόμιμη, ως διάθεση και ενέργεια της νόησης, η αμφιβολία. Άλλωστε υπάρχουν περισσότερα από ένα είδη της.

Ας ονομάσομε πρώτη μιαν ακραία μορφή της που προετοιμάστηκε από την εριστική των αρχαίων (σοφιστών και σωκρατικών) και αποκορυφώθηκε με τον ριζικό αγνωστικισμό της «νέας Ακαδημίας» (των. ελληνιστικών χρόνων). Είναι το δόγμα των σκεπτικών ότι, οσοδήποτε και αν οπλιστεί ο νους μας, δεν πρόκειται ποτέ να εκπορθήσει την «αλήθεια»· εικασίες διάτρητες από την αμφιβολία είναι οι γνώσεις μας, όχι πιστές εικόνες της πραγματικότητας, και όπως γίνονται εύκολα δεκτές από τους αμύητους, έτσι μπορούν χωρίς μεγάλες δυσκολίες να αναιρεθούν με απροσμάχητα τεκμήρια και επιχειρήματα. Καλά λοιπόν θα κάνει ο σοφός να μην παίρνει «θέση» στα ζητήματα, αλλά να «επέχει», να κρατεί μετέωρη την κρίση του.

Στην άλλη άκρη βρίσκεται η λεγάμενη «μεθοδολογική» αμφιβολία», όπως διατυπώθηκε και εφαρμόστηκε στους νέους χρόνους από τον Descartes. Όταν ο Γάλλος σοφός δίνει το κλασικό παράγγελμα: de omnibus dubitandum (πρέπει για όλα να αμφιβάλλομε), θέλει την αμφιβολία όχι τέρμα και απόληξη, άλλα αφετηρία και παρόρμηση της έρευνας, του φιλοσοφικού λογισμού. Προορισμός και στόχος μας είναι η βεβαιότητα που προσφέρει με τη στερεή του θεμελίωση το οικοδόμημα των ιδεών, αλλά για να φτάσομε σ’ αυτήν ένας δρόμος υπάρχει: να αμφισβητήσομε τις δοξασίες μας και να συντάξομε από την αρχή, με λογικά κριτήρια, τον κώδικα των αληθειών μας.

Στο δικό μας πνευματικό κλίμα δεν ευδοκιμεί σήμερα ούτε η απελπισμένη αδράνεια των πυρρωνιστών (το μαύρο «θηρίο» του Pascal) ούτε των καρτεσιανών η αφελής αισιοδοξία. Οι θεωρητικές αναλύσεις και οι πειραματικές εξερευνήσεις μας οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι με τις ιδιορρυθμίες του αισθητηριακού μας συστήματος και τη δομή του νου μας έχομε ενταθεί (θα μπορούσαμε να πούμε και εγκλωβιστεί) μέσα σ’ ένα σύμπαν πού χαρακτηρίζεται από τις δικές του, τις οριστικά και ανέκκλητα «ανθρώπινες» παραμέτρους του.

«Έν αύτώ ζώμεν καί κινούμεθα και έσμέν». Με το σύμπαν τούτο βρισκόμαστε σε πολλές και ποικίλες σχέσεις (υποκείμενες σε ακατάπαυτη αναθεώρηση) χάρη στις επιστήμες, στις τέχνες, στις ηθικές και πολιτικές ιδέες μας. Οι κατατάξεις και οι αξιολογήσεις, οι έννοιες και οι εκφράσεις μας αυτές τις σχέσεις υφαίνουν — τις δοκιμάζουν, τις τροποποιούν, τις συντηρούν. Είναι ο κόσμος μας. Ένας ανθρώπινος κόσμος, όχι βέβαια αυθαίρετα πλασμένος, αλλά πάντοτε σύμμετρος με τις δικές μας διαστάσεις.

Δύσκολα καταλαβαίνει ο αμύητος αυτή τη διπλή ιδιότητα του πνευματικού μας ορίζοντα: να έχει την υπόσταση αντικειμένου και όμως να είναι συνάρτηση της υποκειμενικότητας μας — να είναι αυτός πού είναι, επειδή και ο άνθρωπος πού τον ζει με τις αισθήσεις και τη σκέψη του, είναι αυτός πού είναι. Για ένα άλλο είδος όντος, με διαφορετικών οργάνωση, άλλη πνευματική δομή από τη δική μας, η φυσική πραγματικότητα έξω και μέσα του (στη «συνείδησή» του) θα παρουσίαζε άλλην όψη και θα χρειαζόταν άλλη συμβολική διατύπωση.

Τούτο μπορούμε ίσως να το φαντασθούμε, αν σκεφτούμε λ.χ. τι συμβαίνει με την αντίληψη του χώρου και του χρόνου. Εμείς γνωρίζομε τον «ανθρώπινο» χώρο και χρόνο και με αυτόν τιμολογούμε τις εντυπώσεις μας. Έκτος όμως από τον «ανθρώπινο» υπάρχει και ένας χώρος και χρόνος του «πουλιού», ένας άλλος χώρος και χρόνος τού «ψαριού» κ.ο.κ. πού μάς είναι αδύνατο να τους αντιληφθούμε, και γι’ αυτό απορούμε πως προσανατολίζονται και μετακινούνται σε τεράστιες αποστάσεις τα πουλιά, ή πως ρυθμίζουν τη ζωή τους άνετα τα ψάρια μέσα σ’ ένα περιβάλλον με εντελώς άλλες διαστάσεις από τις δικές μας και χωρίς «φως».

Ανθρώπινος ο κόσμος μας — ανθρώπινες (κατ’ αναπόδρα στην ανάγκη) και οι αλήθειες μας, κράμα από «αντικειμενικά» και «υποκειμενικά» στοιχεία. Καθαρή γνώση, με το νόημα ότι έχει απαλειφθεί από τη σύλληψη και την έκφρασή της κάθε ίχνος υποκειμενισμού, θα μπορούσε ίσως να έχει ένας απέραντος νους, όχι ή πεπερασμένη διάνοια τού ανθρώπου. Φυσικά αγωνιζόμαστε με όλα τα μέσα να σπάσομε το φράγμα, να απαλύνομε τούς περιορισμούς της πνευματικής μας όρασης· γυμνάζομε τη σκέψη μας (οι μαθηματικές έννοιες και οι υποθέσεις της Φυσικής είναι οι τολμηρότερες και πιο αποδοτικές ασκήσεις της) να δοκιμάζει διαρκώς νέους τύπους, να κατασκευάζει όλο και νέα «πρότυπα», για να μπορέσει να περισφίξει στενότερα τα θέματα πού γεννούν τις απορίες της.

Και κάποτε κατορθώνει να πλησιάσει πολύ, παραπολύ το «αντικείμενο» — απόδειξη οι τεχνολογικές επιτυχίες της επιστήμης, τα «θαύματα» του αιώνα μας. Όσο και να τελειοποιήσομε όμως τις διόπτρες μας, ποτέ δεν μπορεί να λείψει από το παρατηρητήριο ο παρατηρητής. Και για τούτο η πρόοδος στην εκπόρθηση της αλήθειας άλλο δεν είναι παρά μια ατελεύτητη σειρά από διαδοχικές προσεγγίσεις, βήματα αλλεπάλληλα προς ένα τέρμα πού όσο πάμε πιο κοντά του τόσο φαίνεται πιο μακρινό.

Με τέτοιους όρους επιτρέπεται σ’ ένα φρόνιμο άνθρωπο να μιλεί ανεπιφύλακτα, με απόλυτη βεβαιότητα, για τις υποτιθέμενες γνώσεις του; «Αύτη», λέγουν μερικοί, είναι η «τελευταία λέξη της επιστήμης». Η επιστήμη όμως ούτε είπε ούτε μπορεί ποτέ να πει την τελευταία της λέξη. Ότι κάθε τόσο αποφαίνεται υπόκειται κατά κανόνα σε αναθεώρηση και μόνο διαρκώς ελεγχόμενο και αναπροσαρμοζόμενο σε νέα «δεδομένα» μπορεί να αποτελέσει μεγαλύτερη προσέγγιση στην αλήθεια, επομένως και να αποκτήσει γνωσιολογικήν αξία. Το «ίσως» λοιπόν, ακόμη και αν δεν λέγεται ρητά, υπάρχει πάντοτε μέσα στο νόημα των αυστηρά επιστημονικών αποφάνσεων. Και σημαίνει: «μέχρι Αποδείξεως του εναντίου», πού ποτέ δεν αποκλείεται, αφού η πεπερασμένη μας διάνοια με τα περιορισμένης κλίμακας όργανά της δεν έχει την ικανότητα να συλλαμβάνει και με τη γλώσσα να διατυπώνει το «ον» ολόκληρο και γυμνό, κατά την αντικειμενική του υπόσταση. Τμήματα μόνο του «όντος» γίνονται προσιτά στο πνεύμα μας, όσα χωρούν μέσα στο ανθρώπινο σύμπαν, και αυτά όχι οριστικά και τελεσίδικα, άλλα με διαδοχικές και ατελεύτητες προσεγγίσεις πού χαρακτηρίζονται από διάφορους βαθμούς πιθανότητας.

Ώστε, εάν θέλει (και οφείλει να θέλει) ν’ ακριβολογήσει ό θεωρητικός, πρέπει να έχει στα χείλη του διαρκώς το πιθανολογικό σήμα «ίσως» με τις δύο παραλλαγές του, την ασθενέστερη: ενδέχεται να, και την ισχυρότερη: δεν αποκλείεται να. Και να αφήσει τη βεβαιότητα στους ανύποπτους. Καθώς και στους ανθρώπους της πράξης πού αναγκάζονται ν’ αποφασίζουν γρήγορα και χωρίς ενδοιασμούς, επειδή ξέρουν ότι πολύ συχνά η αναβολή κοστίζει ακριβότερα από το λάθος.

Μαζί με τούτο και ένα άλλο, νομίζω, συμπέρασμα προκύπτει από τη μικρή μας ανάλυση. Λύση (προσωρινήν έστω) δεν επιδέχονται όλα τα προβλήματα πού μπορεί να γεννήσει ο νους του ανθρώπου, παρά μόνο εκείνα που το αντικείμενό τους βρίσκεται μέσα στην εμβέλεια της ανθρώπινης νόησης. Και πληρούν τις προϋποθέσεις της σωστής λειτουργίας της, τηρούν δηλαδή τούς κανόνες του παιχνιδιού της επιστημονικά έγκυρης γνώσης. Σε ερωτήματα λ.χ. σαν αυτά εδώ: «αφού ή γέννηση του κόσμου συμπίπτει με την αρχή του χρόνου, τί υπήρχε πριν από τη δημιουργία;»

— «εάν φτάσει η παρατήρηση ή ο λογισμός στην άκρη του σύμπαντος (ως γεμάτου χώρου), τί έχει να βρει παραπέρα;» και τα παρόμοια, δεν είναι δυνατόν να δοθεί απάντηση.

— Μα έτσι, θα αντιτείνετε, καταργείται η μεταφυσική.

Πείτε καλύτερα: καταδικάζεται η ανευθυνολογία.

***
Ε. Π.Παπανούτσος, «Το δίκαιο της πυγμής», εκδόσεις Δωδώνη, (1975)

ΕΝΑΣ ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΦΙΛΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ....
ΣΑΝ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΠΑΡΑΘΕΤΩ ΕΝΑ ΒΑΘΥΣΤΟΧΑΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ, ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ". ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ, ΝΑ ΤΟΝ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ....   Μάριος Βερρέτας

Αγαπημένη μορφή, ευχάριστος συνοδοιπόρος ζωής, σοβαρός ερευνητής, απίστευτος... αν και αθυρόστομος χιουμορίστας, καταπληκτικός μουσικός... μια πραγματική απώλεια για ολόκληρο τον ελληνισμό. Τέτοιους ανθρώπους σπάνια συναντάμε. Θα έχεις πάντα τον σεβασμό μου φίλτατε Βασδέκη. Αν κα "έφυγες" νωρίς... το αξιοθαύμαστο έργο σου θα ζει ανάμεσά μας! Μιχάλης Καλόπουλος

Φωτογραφία του Μάριος Βερέττας.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΣΔΕΚΗΣ
Ο ΕΛΛΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΙ Ο ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΩΝ ΠΛΑΤΩΝ

Εάν με ελληνικό τρόπο επιθυμούμε να διαλεγόμαστε, ας μη συγχωρούνται εύκολα τα κηρυγματικής φύσεως ολισθήματα. Διότι ο ελληνικός τρόπος απεχθάνεται το κήρυγμα. Το κήρυγμα είναι το ναρκωτικό του χριστιανού. Η μαγική ράβδος των ποιμένων του χριστιανικού κοπαδιού. Γιατί πρόκειται περί κοπαδιού; Περί μάνδρας; Μα το λένε οι ίδιοι. Ο τάδε Αρχιμανδρίτης.
Ας αναλογισθούμε αυτό και μόνο: στον χριστιανικό κόσμο, εδώ και δυό χιλιετίες, σε εκατομμύρια επί εκατομμυρίων κηρύγματα που έχουν γίνει, δεν έχει πέσει ούτε μιά ερώτηση! Μάλιστα, ούτε μιά. Βούβα. Τα πρόβατα ξεστομίζουν που και που κανένα μπεε... Ο φιμωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να λέγεται Έλληνας. Αυτό είναι ύβρις.
Η ερώτηση κι ο διάλογος, λόγω της μακροχρόνιας βουβαμάρας, φαίνεται ότι πάσχει σοβαρά, ακόμη και σε χώρους όπου υποστηρίζονται ελληνικές θέσεις. Τα θέματα μπορεί να είναι ελληνικού ενδιαφέροντος, αλλά η νοοτροπία γέρνει προς τη μεριά του κηρύγματος.
Η τάδε ομάδα οργανώνει ομιλία με θέμα τα ελληνικά μυστήρια. Καλείται κάποιος ερευνητής του θέματος και αρχίζει το κήρυγμα. Σπανίως θα γίνει κάποια ερώτηση κι εκείνη στο τέλος. Όταν έχουν αποκάμει όλοι από την κηρυγματική μονοτονία. Πριν είχαν πει στον ομιλητή: κύτταξε, μη τους κουράσεις και πολύ. Πάνω-κάτω καμμιά ωρίτσα να κρατήσει η ομιλία σου.
Υπάρχει και τρισχειρότερη συμπεριφορά έναντι του διαλόγου. Ότι ακριβώς αντίθετο από την διαδικασία του αρχαίου συμποσίου. Ένα καθημερινό φαινόμενο του νεοελληνικού βίου. Κάθε φορά που συμποσιάζονται άτομα με κοινά ενδιαφέροντα, αφού φάνε καλά και πολύ, μόλις αρχίζουν να ζαλίζονται από το ποτό, τότε ανοίγουν τα σοβαρότερα ζητήματα. Στην αρχή που ήσαν νηφάλιοι συζητούσαν για το χρηματιστήριο, τα φροντιστήρια των παιδιών τους και ένα σωρό άλλα τόσο σοβαρά θέματα.
Ας ανοίξουμε όμως το θέμα μας. Εάν κάποιος υποστηρίζει ότι υπάρχει ελληνική άποψη περί θεών, θα τον παρακαλούσα να μας την φανερώσει, διότι αγνοώ την ύπαρξη τέτοιου δεδομένου. Είμαι βεβαίως πρόθυμος να αποδεχτώ κάτι τέτοιο όταν μου παρουσιαστούν τα σχετικά ντοκουμέντα.
Υπάρχει όμως κάτι το βέβαιο στο θέμα αυτό: ότι υφίστανται ελληνικές αντιλήψεις περί θεών και μάλιστα αρκετές.
Υποψιάζομαι επί πλέον ότι η «ελληνική άποψη» παραπέμπει σε νοοτροπία μονοθεϊστικής φύσης, παρά το πλήθος των θεοτήτων. Υποστηρίζω μάλιστα ότι ο πολυθεϊκή αντίληψη είναι θέμα περισσότερο ποιοτικώς εξελισσόμενης φύσης παρά στατικώς ποσοτικής.
Οι Έλληνες τροποποιούσαν κατά καιρούς - φυσικά πρόκειται για χρονικά διαστήματα αιώνων και χιλιετιών - τις αντιλήψεις τους περί των θεών και περί του θείου, με παράλληλη τροποποίηση και του μοντέλου του είδους του ανθρώπου που ήθελαν να διαμορφώσουν, διότι γνώριζαν ότι θεοί και άνθρωποι ήσαν συμπαίκτες. Αυτός είναι ο λόγος που ήσαν οι μόνοι που διέθεταν σπουδαία ιστορία και σπουδαίους πολιτισμούς, σε αντίθεση με τους λοιπούς λαούς, οι οποίοι διέθεταν μεν ο καθένας τον σπουδαίο πολιτισμό του, τουλάχιστον αρκετοί απ’ αυτούς, αλλά δεν διέθεταν σπουδαία ιστορία.
Δεν πρόκειται εδώ για μία αξιολογική κρίση λαών. Πρόκειται απλώς για μιά διαπίστωση ιστορικής φύσης. Δηλαδή ο Ινδός άνθρωπος, όπως και οι θεοί του, είναι ο ίδιος μέσα στους αιώνες. Υπάρχει αναμφίβολα ο σπουδαίος Ινδικός πολιτισμός. Δεν υπάρχει όμως Ινδική ιστορία. Τουλάχιστον σπουδαία Ινδική ιστορία. Σας παρακαλώ μη συγχύζεστε και προσέξτε.
Γιατί όταν η οικουμένη των ανθρώπων αποφάσισε να διοργανώσει αθλητικούς αγώνες, στους οποίους λαμβάνουν μέρος αθλητές και αθλήτριες απ’ όλον τον κόσμο, τους ονόμασε Ολυμπιακούς; Λέτε να ήταν τυχαία η εκλογή αυτού του ονόματος. Γιατί όλοι οι λαοί του κόσμου έρχονται στην Ολυμπία για να πάρουν την Ολυμπιακή φλόγα από το ιερό χώρο του Διός;
Δεν υπάρχει και το άγιο φως των χριστιανών που ανάβει «μόνο του ως εκ θαύματος» στην Ιερουσαλήμ; Γιατί αυτό το φως δεν το παίρνουν όλοι οι άνθρωποι του κόσμου παρά μόνον οι χριστιανοί; Γιατί δεν παίρνουν το φως του Χριστού και παίρνουν το φως του Ήλιου; Μήπως επειδή το φως το Ελληνικό το ανάβουν φανερά από τον Ήλιο με κάτοπτρο, ενώ το φως του Χριστού το ανάβουν με απατεωνιά μέσα στο σκότος μιας τρύπας; Μέσα σ’ ένα τάφο;
Γιατί οι γιατροί όλου του κόσμου ορκίζονται δια του όρκου του Ιπποκράτη; Κι αυτό είναι τυχαίο; Γιατί όλες οι επιστήμες και οι τέχνες σ’ όλη την ανθρωπότητα φέρουν ελληνικά ονόματα; Πώς λέγεται η ιστορία παγκοσμίως; Histori. Μάλιστα προφέροντας και την δασεία, διότι αυτό το Η δηλώνει την δασεία, την οποία η χώρα της Ελλάδος τώρα έκρινε περιττή και την απέβαλε από την γραφή της! Πώς λέγεται η αστυνομία παγκοσμίως; Police. Δηλαδή δεν είναι η λέξη πόλις;
Ότι λοιπόν ισχύει για τον Ινδούς και τον πολιτισμό τους, ισχύει και για τους Αιγυπτίους, του Ρωμαίους, τους Ίνκας και τους Πέρσες. Δεν ισχύει επ’ ουδενί όμως για τους Έλληνες.
Άλλοι οι Έλληνες της επικής εποχής, άλλοι της λυρικής και άλλοι της τραγικής. Οι ποιητές, οι οποίοι ουδέποτε εξέλειπαν από τους Έλληνες, εκφράζουν με τον αληθέστερο τρόπο το πνεύμα κάθε εποχής, παράλληλα δε και τον αντίστοιχο τύπο ανθρώπου που υπηρετούν αλλά και που διαμορφώνουν.
Επίσης στις μεταβολές αυτές συμμετέχουν και οι θεοί τους αναγκαστικά, αφού τυγχάνουν από την φύση τους συμπαίκτες των ανθρώπων. Διότι οι θεοί αυτοί δεν είναι θεοί από κάποιον άλλον κόσμό. Δεν είναι θεοί του κόσμου. Eίναι ο ίδιος ο κόσμος. Ο κόσμος ο φυσικός κι ο κόσμος ο ανθρώπινος. Πώς λοιπόν οι μεταβολές να μην εγγίζουν και τις δυο πλευρές.
Ο ποιητής της επικής εποχής εξυμνεί κατορθώματα θεών και ανθρώπων. Στην Ιλιάδα πολεμούν στο ίδιο πεδίο θεοί μεταξύ ανθρώπων. Πληγώνονται θεοί από ανθρώπους! Ο ποιητής δεν ασχολείται ούτε στιγμή με τον εαυτό του και τα παθήματά του. Ο ήρωας είναι το επίκεντρο.
Κατά την λυρική περίοδο το ενδιαφέρον στρέφεται σιγά-σιγά στο προσωπικό πεδίο. Στα πάθη του απλού θνητού ανθρώπου. Στον έρωτα. Ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου λαμβάνει την πρωτοκαθεδρία του ενδιαφέροντος. Ο ποιητής περιγράφει τις προσωπικές του περιπέτειες. Η αλλαγή λαμβάνει μερικές φορές ακραίες διαστάσεις.
Επί επικής εποχής ο ρίψασπης (φυγοπόλεμος) ήταν το βδέλυγμα της κοινωνίας. Να όμως που στην λυρική εποχή ο Αρχίλοχος διατείνεται, μέσα από τραγούδι του, ότι δεν δίνει δεκάρα για το γεγονός που στη μάχη του έπεσε η ασπίδα του και την πήρε ένας Πέρσης. Ας την χαίρεται ο Πέρσης, μας τραγουδά. Καλύτερη υπόσχεται να φτιάξει τώρα αυτός.
Βεβαίως δεν υπάρχουν απόλυτες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των διαφόρων εποχών. Ο άνθρωπος της εποχής της τραγικής ποιήσεως, φέρει πάνω του σημάδια εμφανή και από τις δύο προηγούμενες εποχές. Όμως είναι άνθρωπος διαφορετικός από του δυο προηγούμενους. Είναι ο άνθρωπος που θέλει να καλλιεργήσει συνειδητούς πολίτες. Ο άνθρωπος της δημοκρατίας. Αυτός που ερευνά τα πρωταρχικά ανθρώπινα ζητήματα. Την ζωή και τον θάνατο. Την θρησκεία. Τα ήθη του πολιτισμού που προηγήθηκε και τα ήθη που νομίζει ότι πρέπει να αναβαθμιστούν. Τον άνθρωπο αυτόν περιγράφει ο Θουκυδίδης, μέσω του επιτάφιου λόγου του Περικλή.
Στο τέλος της δεύτερης εποχής και στην αρχή της τρίτης λαμβάνει χώρα, για πρώτη φορά παγκοσμίως, η εμφάνιση, στο προσκήνιο της ιστορίας, των επιστημών. Κοσμοϊστορικό γεγονός ανυπολογίστου αξίας. Επίτευγμα του νέου τύπου Έλληνος ανθρώπου. Ο άνθρωπος της επιστημονικής έρευνας. Ένα τεράστιο άλμα της ανθρωπινότητας του ανθρώπου.
Ο επιστήμων άνθρωπος διακηρύττει ότι ο ήλιος δεν είναι θεός αλλά μιά πύρινη σφαίρα. Ότι αυτόν τον κόσμο κανείς θεός ή άνθρωπος δεν τον δημιούργησε, αλλά είναι φωτιά που ανάβει και σβήνει με μέτρο. Ότι η επιληψία, που λέγονταν θεία νόσος, δεν έχει καμμιά σχέση με θεούς, αλλά με τα νεύρα του εγκεφάλου.
Η δεισιδαιμονία δεν μπορεί πλέον να κατέχει τον θρόνο της αμαχητί. Αρχίζει να αισθάνεται τους τριγμούς στα θεμέλιά της. Οι θεοί των Ελλήνων, θεοί φυσικοί και φυσιολογικοί παίρνουν σιγά-σιγά τον ανήφορο για μόνιμη εγκατάσταση στο λαμπρό φως των κορυφών του Ολύμπου. Το έργο τους ευοδώθηκε. Τώρα όλο και λιγότερη ανάγκη θα τους έχει ο λαός τους. Τώρα οι άνθρωποί τους άρχισαν να εισέρχονται στα θεϊκά μονοπάτια. Στους κήπους με τους καρπούς της γνώσης.
Οι θεοί των Ελλήνων δεν θέλουν λαό δούλων όπως ο Γιαχβέ, που τιμώρησε τους ανθρώπους του όταν έφαγαν τον καρπό από το δένδρο της γνώσης. Τι ντροπή για έναν θεό να απαιτεί τη άγνοια. Οι θεοί των Ελλήνων οδηγούσαν τους ανθρώπους τους στην γνώση, στον εξανθρωπισμό. Και να τώρα που το κατόρθωσαν.
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει πολύς δρόμος μπροστά για να περάσουν οι πολλοί το σκαλοπάτι που οδηγεί στο πλέριο φωτισμό. Έγινε όμως η αρχή. Αυτό είναι που μετρά. Θα χρειαστεί ακόμα ατέλειωτος αγώνας. Η δεισιδαιμονία δεν παραδίνει εύκολα τα όπλα. Δεν θα αποβιώσει ποτέ. Μόνο που με τον χρόνο θα μαραζώνει. Και πάλι θα ανασυντάσσεται. Αλλά κάθε νέος πόλεμος κατά της θα επιφέρει καλύτερες και μακροβιώτερες επιτυχίες.
Λέγαμε λοιπόν ότι δεν υφίσταται ελληνική άποψη περί του θείου και περί θεών, αλλά απόψεις, οι οποίες μπορεί να διέθεταν πολλά κοινά σημεία επαφής, αλλά δεν ταυτίζονταν απόλυτα. Κι επειδή δεν υπήρχαν σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ θεολογικών και φιλοσοφικών ζητημάτων μπορούμε να πούμε ότι μιλάμε για θεολογικοφιλοσοφικές απόψεις.
Από εποχή σε εποχή έχουμε διαφοροποιήσεις στις απόψεις που εξετάζουμε. Ακόμη και μέσα στην ίδια εποχή υφίσταται ποικιλία απόψεων. Επί πλέον και μέσα στην ίδια πόλη υπήρχαν διαφορετικές αντιλήψεις επί των ζητημάτων αυτών, παρ’ όλη την γενική αποδοχή του πολιούχου θεού και κάποιων λοιπών πανελληνίων.
Μάλιστα, οι ορφικοί είχαν μιά άποψη για τους θεούς, για την κοσμογονία, για θεϊκές ιεραρχήσεις. Υπήρχαν όμως και οι Πυθαγόριοι, με κοινές αλλά και με διαφορετικές θέσεις και δόγματα. Να και ο Ηράκλειτος με θέσεις ριζοσπαστικές. Και μετά από δυο-τρείς αιώνες ο Σωκράτης που υπονοούσε κάποιες διαφορετικές. Άραγε τον φαρμάκωσαν διότι εισήγαγε καινά δαιμόνια; Ή μήπως διότι εισήγαγε κενά δαιμόνια; Ή μήπως διότι τα καινά δαιμόνιά του δεν ήσαν σπουδαία;
Δηλητηριώδη ερωτήματα: Το δηλητήριο που του έδωσαν ποιοί το παρασκεύασαν; Οι θεοί; Οι άνθρωποι; Αμφότεροι; Ή μήπως η Ελληνική φύση;
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζουμε, έστω και περιττώς, ότι το θέμα μας είναι οι απόψεις των προπατόρων μας περί των θεών και των μέγιστων φιλοσοφικών ζητημάτων. Αυτών που σχετίζονται με ερωτήματα της τάξεως περί αθανασίας της ψυχής, της σχέσεως ανθρώπων και θεών και της ορθής συμπεριφοράς του ενάρετου ανθρώπου. Έστω του προορισμού του ανθρώπου πάνω στη γη. Του σκοπού της ύπαρξής του.
Η φιλοσοφική περιπέτεια, όπως δείχνει η ιστορία, τελειώνει, όσο αφορά στην δημιουργική της πλευρά, με τον Επίκουρο. Από τον τελευταίο αυτόν δημιουργικό φιλόσοφο και μετά η ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας διαθέτει μόνον αναμασήματα, του παρελθόντος φιλοσοφικού της κόσμου. Νεοπλατωνικοί, Νεοπυθαγόριοι και οποιοιδήποτε άλλοι, οι οποίοι, για να δηλώσουν την ταυτότητά τους, έπρεπε να προσθέσουν ένα νεο- μπροστά από την υπόσχεσή τους.
Το βέβαιο είναι ότι δεν ακούστηκε ποτέ δήλωση ταυτότητας του τύπου Νεοεπικούριοι. Υποψιαζόμαστε ότι αυτό είναι δεδομένο τεράστιας και καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση της πορείας και εξέλιξης της ελληνικής φιλοσοφίας. Θα αποπειραθούμε να υποστηρίξουμε την υποψία αυτή με επιχειρήματα, το κατά δύναμιν.
Δεν θα ήταν ίσως υπερβολικό, νομίζουμε, να παραδεχτούμε ότι η τελευταία σκηνή του ελληνικού φιλοσοφικού δράματος παίχτηκε μεταξύ του «Πλάτωνος» και του «Επίκουρου». Εάν γνωρίζει κανείς και άλλες πράξεις του έργου αυτού, οι οποίες να μη σχετίζονται μ’ αυτούς τους δύο φιλοσόφους, θα τον παρακαλούσαμε θερμώς να μας τις υποδείξει.
Εμείς τώρα ευθαρσώς θα δηλώσουμε την άποψή μας: ότι από την μιά μεριά ο Πλάτωνας αποπειράθηκε να ανασυντάξει την διαχρονική, ανατολικογενή κυρίως, αλλά και εντόπια δεισιδαιμονία και από την άλλη ότι ο Επίκουρος επιχείρησε να δώσει σάρκα και οστά, παρ’ όλες τις δυσκολίες του εγχειρήματός του, στην ελληνική άποψη του «ευ ζείν». Στον ελληνικό τρόπο του σκέπτεσθαι και πορεύεσθαι. Στην προοπτική του ελληνικού πεπρωμένου. Θα καταθέσουμε τα επιχειρήματά μας.
Πριν όμως μια παρένθεση με δύο σκέλη. Πρώτο: Τι να εννοούσε άραγε ο αλλοδαπός Έλληνας φιλόσοφος Νίτσε όταν έλεγε ότι «Εάν αυτός ο θεός των χριστιανών παρουσιαστεί μπροστά μας, μ’ όλο του το μεγαλείο, τότε θα έχουμε έναν ακόμη λόγο να μη τον πιστέψουμε»; Εμείς το αντιληφθήκαμε ως ένα συγκεκριμένο γούστο του ανθρώπου αυτού, για το τι λογής θεό επιθυμεί να υποθέτει. Το πολύ-πολύ να ριφθεί εις το «πυρ το εξώτερον» και μαζί μ’ αυτόν και η ελεύθερη επιλογή του. Εσείς πώς το εννοείτε;
Δεύτερο σκέλος: οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είπαν: «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Μάλιστα. Τι εννοεί τώρα ο εντόπιος Έλληνας φιλόσοφος Γιώργος Μανιάτης όταν λέει «συν χείρα και Αθηνά κίνει»; Ότι ναι μεν άνθρωπε είσαι συμπαίκτης του θεού αλλά πρόσεξε, το πάνω χέρι το έχεις εσύ. Ότι ο θεός έχει περισσότερο ανάγκη την φροντίδα των ανθρώπων απ’ ότι οι άνθρωποι την φροντίδα του θεού.
Λέγαμε λοιπόν για τον Πλάτωνα και τον Επίκουρο. Ότι ο Πλάτων ανασύνταξε την δεισιδαιμονία. Ας το δούμε μέσα από τα έργα του. Εξ άλλου από πού αλλού θα μπορούσαμε.
Οι αναφορές στα έργα του θα ακολουθήσουν, το κατά δύναμιν, την χρονολογική πορεία της συγγραφής τους. Θα έχουν δε κυρίως σχέση με τις διδαχές που αλίευσαν οι Πατέρες του κυρίαρχου θρησκευτικού δόγματος, του χριστιανισμού από τις ιδέες και τις απόψεις του. Οι ανθέλληνες αυτοί πατέρες ενώ φρόντισαν να κατακάψουν όλα τα έργα των Ελλήνων της αρχαιότητας (π.χ. ενώ από τα ογδόντα έργα του Επίκουρου, του ευεργέτη αυτού της ανθρωπότητας, δεν απόμεινε τίποτε, φρόντισαν να διασώσουν όχι μόνον όλα τα έργα του Πλάτωνα, αλλά ακόμα κι όλες τις επιστολές του).

Πρωταγόρας (353 c), κατηγορεί ως κακά τις επιθυμίες του φαγητού του κρασιού και των σαρκικών ηδονών.
Λάχης, τελευταία φράση «εάν θεός εθέλη», η γνωστή χριστιανική πιπίλα «θεού θέλοντος» ή «πρώτα ο θεός», η οποία απαντάται δεκάδες φορές σ’ όλα τα έργα του.
Χαρακτηρίζει το σώμα τάφο της ψυχής στα εξής έργα του: Γοργίας (493 α), Πρωταγόρας (313 α), Κρατύλος (400 c), Φαίδων (64 c, 66-67 β, 80 α, 82 c), Πολιτεία (403 d), Φαίδρος (250 c), Νόμοι Ε΄ (728 e).
Καταδικάζει την χορική ποίηση την αφιερωμένη στον Διόνυσο, Γοργίας (502 d).
«Δεν φρονώ ότι το να ραπίζεται κανείς εις το πρόσωπο αδίκως είναι τι αίσχιστον πάντων, ούτε το να ακρωτηριάζεται εις το σώμα ή εις το βαλάντιον αλλ’ αισχρότερον και βλαβερώτερον είναι το να ραπίζει τις εμέ..» Γοργίας (508 d). Από το χωρίο αυτό πηγάζουν οι εξής χριστιανικές αρετές: πρώτη, «όποιος σε ραπίσει στο ένα μάγουλο, στρέψε προς αυτόν και το άλλο», δεύτερη, ο αυτοευνουχισμός κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είχε λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε να αναγκάσει τους πατέρες της εκκλησίας να τον αφορίσουν με απόφαση οικουμενικής συνόδου (για τυχόν αμφισβητούντες είμαστε πρόθυμοι να τους παράσχουμε τα σχετικά ντοκουμέντα), τρίτη αρετή, το ξάφρισμα των βαλαντίων των πιστών με χίλιους δυο τρόπους, είναι γνωστό σ’ όλους ότι αποτελεί τρομερή επίδοση των κληρικών της χριστιανικής πίστης.
Γοργίας (512 e), εδώ διαβάζουμε τα εξής απίστευτα: «…ούτε να επιδεικνύει αγάπη προς την ζωή του, αλλ΄ αφήνων την περί τούτου φροντίδα εις τον θεόν και πιστεύων εις όσα λέγουν οι γυναίκες, ότι ουδείς απέφυγε το πεπρωμένο του, ας σκεφτεί τα μετέπειτα..». Μέσα σε δυο αράδες ζυμωμένα ή περιφρόνηση προς την ζωή, η δεισιδαιμονία, η μοιρολατρεία, ο κατινισμός και ο φόβος για τις μεταθανάτιες τιμωρίες. Θαυμαστό «Ελληνικό» ήθος και θαυμάσιες «Ελληνικές» αρετές! Η τέλεια σφραγίδα του υπαρκτού χριστιανισμού.
Περί κολάσεως, Γοργίας (525 α).
Εγκώμιον Θερσίτη, Γοργίας (525 e), κακοηθέστατου, αμετροεπή, φωνασκού, προπετούς και δειλού Αιτωλού που πολέμησε στην Τροία στο πλευρό των Ελλήνων.
Ύμνοι στην θεοφοβία, Απολογία Σωκράτους (23 α-b).
Ύμνοι στην θεοκαταληψία, Απολογία Σωκράτους (29 d – 30c).
Βάζει τον Σωκράτη να επιχειρεί να αποδείξει ότι είναι θεόσταλτος, Απολογία Σωκράτους (30- 31 c), στο δε 33 c «Εις εμέ δε ο έλεγχος αυτός όπως εγώ λέγω, έχει ανατεθεί υπό του θεού να τον διενεργώ και δια χρησμών και ονείρων και κατά πάντα τρόπον…» και μια αράδα πιο κάτω «Αυτά ω άνδρες Αθηναίοι και αληθινά είναι και εύκολα μπορούν να αποδειχθούν»!!!
Φαίδων. Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς όλο αυτό το έργο, το οποίο αποτελεί το βαρύ πυροβολικό των «ατράνταχτων αποδείξεων» περί αθανασίας της ψυχής. Ο χριστιανισμός δεν χρειάστηκε να προσθέσει ούτε κεραία σ’ αυτό το θέμα. Χαρακτηριστικό απόσπασμα θεοφοβίας το 62-63 b.
Είναι σχεδόν ακατόρθωτο να περιγράψει κανείς τον δεισιδαιμονικό αυτόν τυφώνα που λέγεται «Φαίδων». Ένα συνονθύλευμα ασύστολων ψευδών, παραλογισμών, αρρωστημένων φαντασιώσεων, πιστευμάτων, φοβιών, ελπίδων, αλχημικών ακροβατισμών, μεταθανάτιων κολαστηρίων και παραδείσων. Μια αποκρουστική αίσθηση της επίδοσης του σοφού όταν συμπεριφέρεται ως δαιμονόληπτη γριούλα! Το συμφωνικό έργο «Ανελληνική πεμπτουσία» τραγουδισμένο από τον ίδιο τον συνθέτη του.
Πολιτεία (389 α), εάν απορείτε για την απέχθεια των πατέρων της χριστιανικής θρησκείας προς το γέλιο (μέχρι και βιβλία έγραψαν οι αθεόφοβοι κατά του γέλωτος!), εδώ θα ανακαλύψετε έναν πρόδρομο της απάνθρωπης αυτής νοοτροπίας. Δεν διστάζει μάλιστα να προσβάλλει τον Όμηρο επειδή αυτός έγραψε: «και γέλιο ακράτητο έπιασε όλους τους αθανάτους σαν είδανε τον Ήφαιστο να κουτσολαχανιάζει. Έχουμε σοβαρή υποψία ότι ένα μεγάλο μέρος από την αφόρητη κακοσμία των στομάτων των πατέρων της εκκλησίας οφείλεται στην αποχή τους από το γέλιο.
Τα προπατορικά αμαρτήματα και η θεραπεία τους, Φαίδρος (244 e).
Τάγματα αγγέλων, Φαίδρος (247 α).
Ανάσταση νεκρών, Πολιτικός (271 b).
«Όποια σχέση υπάρχει μεταξύ γέννησης και ουσίας, όντος η αυτή υπάρχει μεταξύ πίστεως και αληθείας», Τίμαιος (271 c). Αυτά όταν η Ελληνική νοοτροπία πρότεινε τα «μη λησμονείς να απιστείς» και «πίστεψες; χάθηκες».
Η θεία πρόνοια, Τίμαιος (30 c).
«Αλλά και όλοι μας ονομάζουμε σαν επαίσχυντα κατώτερον εαυτού εκείνον που κυριαρχείται πιο πολύ από τις ηδονές παρά από τις λύπες»!

Ας αρκεστούμε σ’ αυτά τα ελάχιστα. Για περισσότερα προτείνουμε στους ενδιαφερόμενους να αποφύγουν ενημερώσεις περί Πλατωνισμού μέσω τρίτων και να προστρέξουν απ’ ευθείας στα έργα του ίδιου.
Εάν ο δάσκαλος αυτός υπολόγισε ότι η τιμωρούμενη ψυχή ενδιαιτούσε 30.000 έτη στην 27η σφαίρα του σύμπαντος και κατόπιν 9.000 έτη στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ 91ου και 92ου ουρανού, εισερχόμενη στο σώμα ενός γαϊδάρου, προ παντός εάν ετύγχανε και ψυχή γυναικός (έτσι ακριβώς τα περιγράφει στα έργα του), οι μαθητές του υπολόγισαν ακόμη και τις θερμοκρασίες των σφαιρών και των ουρανών αυτών.
Ατυχώς και αδικαιολόγητα καθίσαμε, οι περισσότεροι, σαν κότες κάτω από το καβαλίκεμα του στείρου και φανφαρώνου αυτού δήθεν Έλληνα φιλοσόφου. Να κυττάζουμε τον κόσμο μέσα από το φλιτζάνι της αρσενικής αυτής καφετζούς. Ένα φλιτζάνι με το μεγαλύτερο διαμέτρημα παγκοσμίως. Ας δούμε τώρα τον Επίκουρο.
«Η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του», Νίτσε. Η γνώμη μας είναι ότι αρκεί να αναφέρουμε την τετραφάρμακό του για να έχουμε μιά πλήρη σχεδόν εικόνα της φιλοσοφίας του ανθρώπου αυτού, τον οποίον οι μαθητές του ονόμασαν ευεργέτη.
. Δεν μας απειλεί καμμιά θεϊκή δύναμη
. Δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή
. Εύκολα αποκτιέται ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε
. Ό,τι μας κάνει να υποφέρουμε εύκολα μπορούμε να το υπομείνουμε.
(Το καλύτερο βιβλίο που έχει γραφεί, κατά την γνώμη μας, για τον Επίκουρο είναι το «Επίκουρος» του Γ. Αβραμίδη, εκδ. «Θύραθεν», τηλ. 2310-241917 / 244609).
Προτείνοντας το προαναφερθέν βιβλίο θ’ αρκεστούμε σ’ ένα απόσπασμα από το «Περί Φύσεως των Όντων» (Ι. 62-79) του Λουκρήτιου: «Χάμω σερνόταν μπροστά στα μάτια όλων, ατιμασμένη η ανθρώπινη ζωή, πλακωμένη από το βάρος της θρησκείας που απ’ τα ουράνια πρόβαλλε την τρομερή της όψη και απειλούσε τους θνητούς. Τότε, πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να υψώσει τα μάτια του τα θνητά κατά πάνω της και να της αντισταθεί. Αυτόν δεν τον σταμάτησαν οι κεραυνοί μήτε το απειλητικό μουρμουρητό τ’ ουρανού μήτε τα παραμύθια των θεών. Ίσα-ίσα, που δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του και τη θέληση να αποτινάξει πρώτος αυτός, τις κλειδωνιές που σφράγιζαν τα μυστικά της φύσης. Κι η ζωντανή ορμή του νου θριάμβευσε και διάβηκε τους φλογισμένους φράχτες τ’ ουρανού, και περπάτησε το απέραντο Σύμπαν με λογισμό και πνεύμα. Και μας ξανάρθε νικητής για να μας πει τι μπορεί να γενεί και τι όχι, και πώς ορίζεται, με νόμους ακλόνητος, η δύναμη στο κάθε τι. Έτσι με τη σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται η θρησκεία, κι εμάς η νίκη της του μας υψώνει στα ουράνια».
Από τα δύο πρώτα φάρμακα της τετραφαρμάκου του διαπιστώνουμε ότι ο φιλόσοφος αυτός προσπάθησε ν’ απαλλάξει τον κόσμο κυρίως από τον φόβο των θεών και από τον φόβο του θανάτου. Τα δυό βασικά αλλά και μοναδικά θεμέλια της κάθε θρησκείας. Ν’ απαλλάξει τον κόσμο από την πανούκλα της δεισιδαιμονίας. Και μόνον γι’ αυτόν τον λόγο δικαιούται τον τίτλο του ευεργέτη της ανθρωπότητας.
Δεν επιχείρησε την απαλλαγή αυτή με εξορκισμούς ή με μαγγανείες ή με ίδρυση μιάς νέας θρησκείας, ανάμεσα στις άλλες. Η θεία αρετή του ήταν η επιστήμη. Η μελέτη και γνώση της φύσης των πραγμάτων. Η γνώση της υλικής φύσης. Να πως το διατυπώνει ο ίδιος:
Κύριαι Δόξαι (11): «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες μας για τα ουράνια φαινόμενα και για τον θάνατο, κι οι υποψίες μήπως έχουν κάποια σχέση μ’ εμάς, κι αν δεν μας παίδευε η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα όρια του πόνου και της επιθυμίας, τότε δεν θα είχαμε ανάγκη από τη μελέτη της φύσης».
(12): «Δεν μπορεί να απαλλαγεί κανείς από τους φόβους για τα πιο σημαντικά πράγματα, αν δεν γνωρίζει ποιά είναι η φύση του σύμπαντος και δίνει βάση στους μύθους που λέγονται γι’ αυτό. Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να απολαμβάνει ακέραιες τις ηδονές της ζωής, χωρίς τη φυσική επιστήμη».
(13): «Δεν ωφελεί σε τίποτα, να φροντίζει κανείς για τη ασφάλειά του φυλάγοντας τον εαυτό του από τους ανθρώπους, κι από την άλλη να του είναι επίφοβα τα ουράνια ή όσα βρίσκονται κάτω από την γη και γενικά στο άπειρο».
Ο σκοπός της φιλοσοφίας: Επιστολή προς Μενοικέα (122-123) «πρέπει λοιπόν να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του η χάρη των περασμένων, ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα ’χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν την στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε».
Για την φύση της ψυχής ο Επίκουρος είναι κατηγορηματικός: γεννιέται και πεθαίνει μαζί με το σώμα. Δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτό. Για τον θάνατο συνεπώς δεν φοβάται, «διότι όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος είναι απών, κι όταν ο θάνατος είναι παρών, δεν υπάρχουμε εμείς».
Οι θεοί δεν ασχολούνται με ανθρώπινες υποθέσεις. Είναι μακάριοι και αθάνατοι. Συνεπώς είναι βλακεία να τους φοβάται κανείς.
Ο χριστιανισμός των λεγόμενων Πατέρων της Εκκλησία, θεμελιώθηκε πάνω στα Πλατωνικά δεισιδαιμονικά θεμέλια. Τα στοιχεία που παραθέσαμε νομίζουμε ότι είναι ικανά για να στηρίξουν την αλήθεια αυτή. Ήταν λοιπόν επόμενο οι πατέρες αυτοί να επιτεθούν κατά της επικούρειας φιλοσοφίας. Αρκετά στοιχεία για την επίθεση αυτή αναφέρονται στο προαναφερθέν βιβλίο.
Ο χριστιανισμός λοιπόν παίρνοντας την σκυτάλη από τα χέρια των Νεοπλατωνικών συνεχίζει την επίθεσή του κατά του Ευεργέτη Επίκουρου. Οι μαθητές του δασκάλου τώρα όμως είναι πιο δυνατοί και πιο αποφασισμένοι να παλέψουν την δεισιδαιμονία. Τους συναντά κανείς παντού. Οι σύμμαχοί τους οι επιστήμες τρανεύουν μέρα με τη μέρα, απ’ άκρου εις άκρον της υφηλίου. Τα οχυρά της δεισιδαιμονίας γκρεμίζονται το ένα πίσω από το άλλο. Το γνωρίζουνε ότι θ΄ αντέξει για πολύ ακόμα. Αυτό δεν τους πτοεί. Απολαμβάνουν την ευδαιμονία του αγώνα τους. Δεν τους στενοχωρεί εάν οι περισσότεροι τους αντιλαμβάνονται. Ο δάσκαλός τους, τους δήλωσε γι’ αυτό το θέμα: «Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφ’ ενός, δεν κάθησα να μάθω τι αρέσει στους πολλούς, κι αφ’ ετέρου, τα όσα ήξερα εγώ βρίσκονταν μακριά από την δική τους αντίληψη».
Τέλος, επιθυμώντας τον διάλογο θέτουμε κάποια βασικά ερωτήματα: ποιά είναι η γνώμη σας γι’ αυτό που λέει ο Νίτσε, ότι «η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του»; Πώς αντιλαμβάνεστε την διαφορά μεταξύ Πλάτωνος (θεωρούμε τους Στωικούς και Σκεπτικούς ανάλογης πάστας παρά τις διαφορές τους μ’ αυτόν) και Επίκουρου;
Ας ξεκουνηθούμε επί τέλους από τον άμβωνά μας χάριν του δημιουργικού διαλόγου. Αυτής της κατ’ εξοχήν υποχρέωσης των ασκούμενων στην ελληνική νοοτροπία.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΣΔΕΚΗΣ

Μέχρι σήμερα η ανθρώπινη απλοϊκότητα, αν και έχει περιοριστεί, εξακολουθεί να βλέπει θεούς και δαίμονες, πίσω απο ανεξήγητα φαινόμενα. Μάλιστα δεν είναι λίγες οι φορές, που με σοβαρότητα υποθέτουν πως και για τα ανθρώπινα σφάλματα, ευθύνεται κάποια παρόμοια δύναμη!

Διαβάστε περισσότερα: ΘΕΟΣ ή ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ; Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ - ΜΕΡΟΣ Β -

Μέχρι σήμερα η ανθρώπινη απλοϊκότητα, αν και έχει περιοριστεί, εξακολουθεί να βλέπει θεούς και δαίμονες, πίσω απο ανεξήγητα φαινόμενα. Μάλιστα δεν είναι λίγες οι φορές, που με σοβαρότητα υποθέτουν πως και για τα ανθρώπινα σφάλματα, ευθύνεται κάποια παρόμοια δύναμη!

Διαβάστε περισσότερα: ΘΕΟΣ ή ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ; Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ - ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Μ. ΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ.